[Οι Γερμανοί πάθανε μεγάλη πανωλεθρία το Μάη του ’43, όταν οι αντάρτες του Κάτω Ολύμπου, σε μια τους νυχτερινή επιχείρηση, ανατίναξαν τις γραμμές και το τρένο με Γερμανούς, στη γαλαρία της Αγίας Παρασκευής των Τεμπών. Αυτόπτης μάρτυρας του περιστατικού είναι ο Κυριάκος Οικονομίδης, από την Καρυά του Ολύμπου, ο οποίος, σε σχετική συνέντευξη (1982), τονίζει:

           

 

            Ήμαν σύνδιζμους [έτυχε να είμαι σύνδεσμος]. Πήρα του έγγραφου απού του αρχηγείου για να του πάου στουν Αντουνάκ’, που ήταν του μηχανικού της Θεσσαλίας. Η έδρα του ήταν λίγου πιο πάνου απού Μπούρλια[Πόροι]. Σ’ ν’ Ιγάν’ [Αιγάνη]. Απού του σύνταγμα στέλνουν ένα έγγραφο στο δικό μας το μηχανικό. Το έγγραφο ήλιγι:

            -Να στείλς ένα δικό σου, να πααίν’ στουν Αντουνάκ’ να του δώσ’ αυτό το έγγραφο.

            Πήγα μι τα ζώα απού χουριό σι χουριό. Ακολουθησα το δρόμο απ’ ντ Βρουντού, πέρασα τα ριζά, απ’ ν’ άγια Κόρ’ κι απού ‘κει σ’ τ’ Σκάλα ‘π’ του Λτόχουρου. Απού ‘κεί στου Λτόχουρου. Ικεί ήταν η ουργάνουση, αντάρτις πουλλοί. Απού ‘κει Λιφτουκαρυά παλιά, Σκουτίνα, Παντιλέμηνου, Πούρλια. Απ’ ντ Βρουντού μέχρι του Λτόχουρου άλλου ζώου. Απού του Λτόχουρου-Λιφτουκαρυά χουρίς ζώου. Του ζώου γύρσι πίσου μι του μπουλίτ’ [με τον πολίτη]. Είχα κι πουλίτ’ συνουδό. Απού Λιφτουκαρυά για Σκουτίνα μι ζώου. Σ’ τ’ Σκουτίνα έκατσα μια βραδιά, ζ ντ Δέσπου [κουνιάδα]. Στου Τζιαπάρ’ του Διουνύσ’. Του μπλάρ’ έφυγι πίσου. Σ’ τ’ Σκουτίνα φουνάζου ν’ ουργάνουση, του Μπασιά [Πασιάς, παρατσούκλι του Γιάννη Τσινιάνη]. Αυτός ήταν σ’ ν’ ουργάνουση. Τουν λέου:

            -Ένα μπλάρ’ θέλου.

            Φουνάζ’ έναν, του Διουνύσ’ του Μπινακά [τον Πινακά]. Ιγώ καβάλα, αυτός πιζός. Το έγγραφο του είχα κρυμμένου μέσ’ ζ τζέπ’ [βαθιά στην τσέπη]. Απού του Παντιλέμηνου πήρα άλλου μπλάρ’ κι πήγα ζ Μπούρλια. Ζ Μπούρλια νύχτουσα. Του μπλάρ’ του γύρσα κι έμεινα ζ Μπούρλια. Πήγα σ’ ν’ ουργάνουση κι λέου:

            -Θέλου να βρω τουν Αντουνάκ’.

            Ι Αντουνάκς ήταν λουχαγός στ’ αντάρτικου Θεσσαλίας.

            Έφαγάμι στου σπίτ’ απ’ τουν υπεύθυνου μια κότα κι πίτα. Κα τζ δέκα η ώρα φύγαμι σ’ ν’ Ιγάν’. Σ’ ένα ισιάδ’ (Βουλτόπα). Φτάσαμι κουντά, ι σκουπός μας πήρι χαμπάρ’.

            Αλτ! τις εί;

            -Καπιτάν Οξυάς, αντάρτς.

            Ήμαν του φόβιτρου των Πιερίων ιγώ. Έχου ρίξ’ ξύλου σι καμπόσ’ που έπιζαν χαρτιά, κουμάρ’.

            -Παρασύνθημα; Λέ’ ι σκουπός.

            -Κόκκινους στρατός.

            Φτάνουμι ικεί. Πήγα στουν Αντουνάκ’.

            -Καλώς το συναγωνιστή. Τι γένιτι, Οξυά;

            -Αυτό κι αυτό. Διάβασι του έγγραφου. Ξέρου τι πρέπ’ να κάντζ, αλλά διάβαστου. «Αύριου βράδ’ πιρνάν αξιουματικοί, αδειούχ’, παν για τζ γναίκις, ζ ντ Γιρμανία».

            Ήταν του 1943, Μάιος μήνας.

            -Θα τζ γ...τ’ μάνα, λέει. Μη φουβάσι. Αύριου βράδ’ θα πάμι όλ’ στου Μπηνειό[στον Πηνειό].

            Κατιβαίν’ αυτοί -κι γω μαζί- Κρανιά, Ραψιάν’. Απ’ τ’ Ραψιάν’ κατιβαίνουμι ‘π’ τα βράχια ‘που πάνου. Είχι ένα μουνουπάτ’ στα Τέμπη που κατιβαίν’ ακριβώς σ’ ν’ αγία Παρασκιβή δίπλα. Πιράσαμι ντ γαλαρία κι βάλαμι τζ δυναμίτις. Ακριβως απ’ ν’ αγία Παρασκιβή πιο πάνου. Πιράσαμι ντ γαλαρία κι πήγαμι απού κάτου για να μην αρθεί κι μας δει κάνα πιρίπουλου.

            Πήγαμι κι τς πχιάσαμι. Νύχτα ήταν. Έπισαν μέσα στα χέρια μας. Του φυλάκιο όλου. Τέσσιρις Γιρμανοί. Ήταν καμιά δικαριά. Πχιάσαμι τς σκουποί κι του φυλάκιου όλου. Στου σταθμό Γιρμανοί μπόλκ’.

            Του τρένου πέρασι κατά η ώρα 4 ξημερώματα. Είχαμι βάλ’ σι δώδικα μιρές. Μπόλκο πράμα.  Δυναμίτ’ πουλύ. Κι ήταν όλα ιγγλέζικα, πλάκα έτσ’ σα λουκούμια. Τα ‘βάζαμι απού κάτου. Όλ’ η αμαξουστοιχία έπισι κάτ’ στου πουτάμ’. Μι ν’ ανατίναξη που έγινι βάλαμι ένα μονοκόματου ακαριαίου [στιγμιαίο].

            Ιμείς βγήκαμι απάν’ στου βριάχου κι φύγαμι. Βάλαν αυτοί προυβουλείς, πού να μας δουν! Δε γλίτουσι κανένας σι κείν’ ν’ ανατίναξη. Τότι πήραν απ’ του Μακρυχώρ’ κι απού τ’ άλλα χουριά κόζμου κι τς ικτιλούσαν αράδα [τους εκτελούσαν αδιάκοπα].

 

Βασικό Μενού

Νικολάου Μ. Ράπτη

Η Απαγωγή - Ημερολόγιο

Νίκος Δ. Ριζάκης

Η συμμετοχή των Καρυωτών στα ένοπλα Τμήματα του Ε.Λ.Α.Σ.

Νίκος Δ. Ριζάκης

Καρυώτικο - Το πρώτο σαμποτάζ στην Ευρώπη κατά των Γερμανών

Μήτσος Αθ. Παπαϊωάννου

Ζωντανές μνήμες αγωνιστών - Μαρτυρίες

Ο πρώτος ταξιτζής που ανέβηκε στην Καρυά

Το όνομά του ήταν Θεόδωρος Πασαχίδης του Λάζου (Θοδωράκη τον αποκαλούσαν) Ήταν από την Ελασσόνα και ήταν ο μόνος που ανέβαινε στην Καρυά, για πολλά χρόνια, σε εκείνον τον ατέλειωτο χωματόδρομο, με όλες σχεδόν τις καιρικές συνθήκες, για να εξυπηρετήσει τους κατοίκους..

Γνώριζε τους πάντες και αγάπησε την Καρυά σαν δεύτερη πατρίδα του..

Στη φωτογραφία που είναι τραβηγμένη στο "Τσαϊρι", είναι ο Θοδωράκης, η Μαρία Τσιρώνη( εγώ) Το αγοράκι  δεν γνωρίζω ποιο είναι..

 

Σημαδεμένα χρόνια - Μαρτυρίες από το Ημερολόγιο του Νίκου Δ. Ριζάκη