ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΖΑΧΕΙΛΑ (1833)
Μάχη Καρυάς και Πουλιάνας – Ολύμπου (Τραπεζιάρικο)
Δε σε θαρρούσα Έλυμπε, τόσο να σκοτιδιάσεις,
Το Μάη να ρίξεις τη βροχή το Θεριστή το χιόνι,
να βρέξ’ ο Γιώργος τ’ άρματα τα φλωροκαπνισμένα.
Να βγουν οι Τούρκοι στην Καρυά να βγουν και στην Πουλιάνα.
Χατζή- Χουσεϊν πασάς τους πλάκωσε, με δύναμη μεγάλη.
Πάησαν και τον καρτέρησαν μεσ’ στην Καρυά ‘πο πάνω,
με τα σπαθιά στα χέρια τους, τους Τούρκους κυνηγούνε.
Ν. Γκούρου (1934)
Λ. Οικονομίδη ‘ Θεσσαλικά χρονικά’ (1965)
Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ (1878)
Τρεις περδικούλες τόλεγαν, πικράλαλούν και κλαίουν
Κι ο αετός από μακρυά καθόταν και τους λέγει
Γιατί περδικά μου καλή μοιριολογάς και κλαίεις;
Τι να σου πώ χρυσέ μ’ αετέ και τι να ομολογήσω
Μηγάρις είναι άνοιξη, μηγάρις καλοκαίρι;
Ποιος να μ’ αφήσει να χαρώ και να καλοκαρδίσω;
Εμαύρισ’ η καρδούλα μου, μαύρισαν τα φτερά μου,
Μαυρίσανε τα νύχια μου τα λιανοκόκκαλά μου.
Όπου πετώ βρίσκω φωτιά, μαύρους καπνούς κι αντάρα,
Κι όπου γυρίζω καίγομαι στις φλόγες μεσ’ στη λαύρα.
Στη Ραψάνη και στην Καρυά, στην δόλια την Πολυάνα.
Βγαινει καπνός σα σύννεφο κ’ οι φλόγες σαν το κύμα,
Φεγκολογούν τα σύννεφα, κι όλος ο κόσμος καίει,
Τα σπίτια πέφτουν στη φωτιά, το βγιό μέσα στη φλόγα,
Οι εκκλησίες γκρεμίζονται, καίουν τα Μοναστήρια
Ο κόσμος παίρνει τα βουνά, τρέχει μέσα στα χιόνια,
Για να γλυτώσε απ’ το σπαθί από τα τούρκικα τα’ ασκέρια,
Ξυπόλητοι μες’ στη βροχή, ξυπόλητοι στον πάγο,
Χωρίς ψωμί, χωρίς φαγί, χωρίς φωτιά από το φόβο.
Αλί μάνα πώχει γιό, παιδί στην αγκαλιά της,
Τρέχ’ από βράχο σε βουνό απο ράχη σε λαγκάδια,
Κάλλια στο βράχο χάνεται παρά σε Τούρκου χέρια.
Το δάκρυ καίει τα κλαριά το βουρκωμένο κλάμα,
Σκίζει την γη και ρεματιές, τρέχ’ ανταρτών το αίμα,
Τ’ακούει ο αετός κ’ εφώναξε, κεφάλ’ αντρειωμένο.
- Κεφάλι μου τι έκαμες και σεχουνε κομμένο,
- Σαν μ’ ερωτάς χρυσέ μ’ αετέ να σε το μαρτυρήσω.
Μπεζέρισα μεσα στη σκλαβιά και πήρα το τουφέκι,
Και πολεμούσα την Τουρκιά κ’ Ελευθεριά ζητούσα,
Εδώ στο γέρο Όλυμπο στον τόπο τον δικό μας,
Ως κι οι γυναίκες πολεμούν και λευτεριά γυρεύουν,
Και η Τουρκιά στον πόλεμο κι απάνω στο τουφέκι.
Μ’ εσκώτωσε και μ’ έκοψε το μαύρο το κεφάλι.
Η ΚΛΕΦΤΟΠΟΥΛΑ
Ποιος είδεν ήλιο το βράδυ κι άστρο το μεσημέρι,
Ποιος είδε κόρ’ ανύπανδρη να πάει με τους κλέφτες!
Δώδεκα χρόνους έκανε αρματολός και κλέφτης,
Κανένας δεν τη λόγιαζεν από τα παλληκάρια,
Και μια Λαμπρή, μια Πασχαλιά, μια ‘πίσιμη ημέρα,
Βγήκαν να παίξουν τα σπαθιά, να ρίξουν το λιθάρι,
Κι η κορη από το ζόρι της, κι από τη λεβεντιά της,
Της ξεθλικώθη το κουμπί κι εφάνη το βυζί της,
Άλλος το λέγει μάλαμα, κι άλλος το λέγει ασήμι,
Κι ένα μικρό κλεφτόπουλο ‘στάθηκε και τους λέγει:
«δεν ειν’εκείνο μάλαμα, δεν είν’ εκεινο ασήμι,
μον’ είν’ της κόρης το βυζί, της κόρης το κορφάρι». -
«σώπα, σώπα κλεφτόπουλο, έξυπνο παλληκάρι,
κι εγώ θέλω να παντρευτώ, να πάρω ‘σένα άντρα».

(φώτο αναπαράσταση από τη ζωή των κλεφτών από την εκδήλωση του Συλλόγου Καρυωτών Λάρισας και Περιχώρων "Ο ΖΕΥΣ" που είχε θέμα τα δημοτικά τραγούδια της Καρυάς)




